Η πορτα κλεινει πισω σου με μια δυναμη που εκδηλωνει ολη την ψυχικη σου διαθεση...Και λες...ουφ....γλυτωσα...παει...Ανοιγεις εκεινο το παραθυρι που ειναι απεναντι απο την πορτα και βλεπει στο φως, ελπιζοντας πως θα ξεκλεψεις καμμια αχτιδα...περιμενεις...κι ανασαινεις βαθια...διωχνοντας απο το ταλαιπωρημενο μυαλο σου οτι δυσαρεστο...
Χαμογελας μεσα στην προσμονη σου και γυριζεις την πλατη ελπιζοντας ...
Αρχιζεις να καλωσοριζεις στη σκεψη σου οτι θα ηθελες να εχεις..οτι ονειρευτηκες...και παλι χαμογελας...και περιμενεις...
Με κλεφτες ματιες κοιταζεις προς το παραθυρι..περιμενοντας..και πειθεις τον εαυτο σου πως μαλλον βιαζεσαι, πως αυτα τα πραγματα θελουν χρονο...Και ελπιζεις...απεγνωσμενα....

Μα το σκοταδι δυσκολα γινεται ουρανος...δυσκολα γινεται αερακι...αλλα εσυ δεν το ξερεις....κι επιμενεις μεσα στην αγνοια σου να χαμογελας στο μελλουμενο...που ποτε δεν θα ερθει....ή ποτε δεν θα εμφανιστει....Καλη σου νυχτα.....

ΕΙΔΑ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙΑ....ΝΑ ΔΙΝΟΥΝ Σ' ΑΛΛΟΥΣ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ......




ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ Ο ΓΚΑΤΣΟΣ.... ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΡΟΦΗΤΗΣ..ΑΠΛΑ ΕΜΕΙΣ ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΜΕ ΣΤΑ ΙΔΙΑ...

Μια Κυριακή στην Κοκκινιά
στην παιδική μου γειτονιά
είδα μια γριά χοντρομπαλού
που ο νους της έτρεχε αλλού

Την κοίταξα με κοίταξε
σαν κουκουβάγια σε μπαξέ
και μου' πε με φωνή θολή
που μάνα θύμιζε τρελή:

«Σε χώμα φύτρωσα ζεστό
αιώνες πριν απ' τον Χριστό.
Ζούσα καλά κι ευχάριστα
κι έπαιρνα μόνο άριστα.

Μα σαν προχώρησε ο καιρός
έγινε ο κόσμος μοχθηρός
και με βατέψανε, που λες,
αράδα βάρβαρες φυλές

Σελτζούκοι Σλάβοι Ενετοί
λες κι ήταν όλοι τους βαλτοί
Τότε κατάλαβα γιατί
καμένο ήμουνα χαρτί
δίχως χαρά δίχως γιορτή

Σιγά σιγά και ταπεινά
μ' αγώνες και με βάσανα
καινούργια έβγαλα φτερά
μα ήρθαν τα χειρότερα

Είδα το ίδια μου παιδιά
να δίνουν σ' άλλους τα κλειδιά
και με χιλιάδες ψέματα
με προδοσίες κι αίματα
να μου σπαράζουν την καρδιά

Γι' αυτό μια νύχτα σκοτεινή
θ' ανέβω στην Καισαριανή
με κουρασμένα βήματα
να κλάψω για τα θύματα
στ' αραχνιασμένα μνήματα

Κι εκεί ψηλά στον Υμηττό
αντίκρυ στον Λυκαβηττό
μικρό κεράκι θα κρατώ
να φέγγει χρόνους εκατό