Αρθρο του Γιάννη Τριάντη στην σημερινή (24-04-2010) Ελευθεροτυπία


Πού θα κρυφτείτε;

Τώρα να δούμε πού θα κρυφτείτε, ολετήρες. Τώρα που θα ξεσπάσει η οργή του λαού και θα σας κυνηγάει ακόμη και στον ύπνο σας...
Τώρα να δούμε ανίκανοι τι θα πείτε σ' αυτούς που υποφέρουν χωρίς να φταίνε· σ' αυτούς που μένουν άποροι και άνεργοι· σ' αυτούς που θα χάσουν σπίτια και δουλειές, αξιοπρέπεια και κάθε ελπίδα... Τώρα να δούμε, λογάδες της «Αλλαγής», που γεμίσατε τον κόσμο προσμονή, αλλά το μόνο που είδε, είναι να γίνεται η χώρα του ερειπιώνας και οι δικοί σας νερόλακκοι να γίνονται πισίνες και αρχοντικά... Τώρα να δούμε, ψευταράδες του «εκσυγχρονισμού», της αλχημείας και της «δημιουργικής λογιστικής», παραμυθάδες της συμφοράς, που δήθεν παραδώσατε μιαν «ισχυρή Ελλάδα» -ένα μπαλόνι ήταν, με αποκριάτικη χρυσόσκονη για περίβλημα... Τώρα να δούμε, νεκροθάφτες της «μεταρρύθμισης» και της «επανίδρυσης του κράτους», τι θα πείτε για τα τερατώδη ψεύδη, το ανύπαρκτο έργο, τους κουμπάρους, τις «μίζες» και τις μύγες, με τις οποίες βρωμίσατε το παρμπρίζ της πατρίδας... Τώρα να δούμε πώς θα απολογηθείτε στον κόσμο που σας πίστεψε, θλιβεροί ερασιτέχνες του νέου Παπανδρεϊσμού, ανίκανοι, θολωμένοι και απαράσκευοι, φλύαροι προπαγανδιστές και ασύστολοι εκτελεστές δεδομένων εντολών... Τώρα να δούμε, κανάγιες, «θλιβερές πορδές» του συστήματος, εσείς οι δύο «μεγάλοι», που κατέχετε μονίμως τα κλειδιά του σπιτιού και το καταντήσατε μπορντέλο, έχοντας ξεπουλήσει το κτίριο και τα ασημικά του... Εσείς, φαφλατάδες, που δεν μπορείτε να μοιράσετε δυο γαϊδουριών άχυρο. Εσείς, που κάνατε θρεφτάρι τη διαφθορά και οδηγήσατε έναν λαό να σέρνεται στους δρόμους της μίζας και της λαμογιάς, της ξεφτίλας και της εξαθλίωσης. Εσείς, που κάνετε τις δουλειές με τη διαπλοκή και τα τσιράκια σας στα μήντια, παρουσιάζοντας το μαύρο άσπρο. Εσείς, που γεμίσατε φολίδες και γκρίζες ζώνες το δέρμα της πατρίδος... Τώρα να δούμε πού θα κρυφτείτε. Τώρα που θα σας πάρει με τις πέτρες ο θυμωμένος κόσμος, ξεκρέμαστος μες στην απελπισία του. Τώρα που έρχεται καταπάνω σας ένα ωκεάνιο κύμα οργής. Τώρα που θα τριγυρνάτε αιωνίως στιγματισμένοι. Εσείς όλοι, που παραδώσατε τη χώρα χρεωκοπημένη και ταπεινωμένη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο...

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.....

Δεν ξέρω αν είναι η κατάλληλη στιγμή..Αλλά έτσι μούρθε τώρα..Πόσο απέχει η ζωή από τη χαρά; Και λέω χαρά..δε λέω ευτυχία..Πόσο θέλουμε για νάμαστε απλά χαμογελαστοί; Σχεδόν τίποτα ..λέω εγώ...


Το ίδιο κι ο Στρατής...


Εκεί που πορευότανε σκυφτός και βασάνιζε το μυαλό του μ ενα τεράστιο ΓΙΑΤΙ ....αίφνης αντίκρυσε μια μπουκαμβίλια...σαν αυτές στις αυλές των σπιτιών του Αιγαίου..
Μια μπουκαμβίλια πλουμιστή και πλούσια, όλο χάρη και καμάρι...
Την κοίταξε...την ξανακοίταξε...και μετά χαμογέλασε...και ήταν το πρώτο τρυφερό χαμόγελο που χάρισε στη ζωή, μέσα απο τις σκοτεινές σκέψεις του..Έκλεισε και το ένα μάτι γιατί τον θάμπωνε ο ήλιος και κοντοστάθηκε..σκέφτηκε πως..δεν θέλει και πολύ τελικά να πάρει μπρος  τούτο το σγουρό κεφάλι....
Μακριά σε κάποια ρούγα άκουσε να τούρχεται ένας παλιός σκοπός...Ένα τραγούδι ξεχασμένο...κι ο Στρατής..άρχισε να σφυρίζει..με μια ακαθόριστη λάμψη στα μάτια και στην ψυχή....Κάτι σαν Ανάσταση...


Τότε κατάλαβε πως πατούσε την Άνοιξη...και με δυό βαθειές ανάσες ....την καλωσόρισε.......


ΥΓ   :   ....οι ανάσες..μυρίζανε γιασεμί..και στο βάθος έρχονταν κάτι εργάτες , ειδικοί στις κουτσουρεμένες καρδιές...

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ.....

Μυστικοπαθής κι απόμακρος  ήταν  ο Στρατής...Κράταγε για τον εαυτό του τα που σκεφτότανε..Κανέναν δεν  άφηνε  να περάσει το κατώφλι της σκέψης του παρά τα άλεθε όλα μόνος. Γυροτραφίστηκε μέσα στο βιλαέτι της μοναξιάς του γιατί πίστευε πως κανείς δεν είναι άξιος να διαβεί τούτο το κατώφλι..Γιατί έλεγε πως , όσα είχε μέσα στο κεφάλι του, κανέναν δεν ένοιαζαν.. 
Είχε πάθει πολλά ο Στρατής.. Δεν ήταν πάντα έτσι...Είχε κάποτε ανοίξει διάπλατα την πόρτα της καρδιάς και του μυαλού του και μπήκανε οι μύριοι όσοι...Και τον λεηλάτησαν..Του ρουφήξανε το μεδούλι..Τον άφησαν ολόγυμνο να περιμένει..-τι να περιμένει;- ..Ενα χάδι γύρευε όλο κι όλο ο άμοιρος....Μιά καλή κουβέντα κι ένα χαμόγελο...Του τ' αρνήθηκαν όλα και τον άφησαν με δυό χέρια ανοιχτά σαν σε προσμονή, να καρτερεί...αδιόρθωτα αισιόδοξος.....Ακόμα κι Εκείνη τον είχε προδώσει...
Ήταν μακρόχρονη η προσμονή..και δεν άντεχε άλλο..
Τότε αποφάσισε να χτίσει τον τοίχο..κι απομονώθηκε..Έφυγε το μυαλό του κι η κουτσουρεμένη του καρδιά από τον κόσμο της ψευτιάς και χάραξε δικό της δρόμο...μοναχικό και δύσβατο..για όλους..
Μόνο αυτός αλώνιζε εκεί μέσα..Κι ήταν σίγουρος και ασφαλής..κι έπλαθε με το νου του ιστορίες όμορφες...φανταστικές...σαν αυτές που οι άνθρωποι δεν μπορούν....η δεν ξέρουν...
Κι εκεί... μεσοστρατίς ...ξαφνικά..ανακάλυψε πως δεν ήταν το ξέφωτο που τον είχε σταματήσει...ήταν το Κενό...ένα σκληρό κενό...Γιατί σε όλη αυτή την μοναχική περιπλάνηση δεν είδε πως...είχε συντροφιά....
Δεν είδε πως πλάι του.. ήταν άλλη μια σκιά σαν αυτόν..που πορευόταν όπως αυτός...και ζητούσε όσα αυτός..Και δεν γύρισε το κεφάλι..και δεν άπλωσε το χέρι....και η σκιά χάθηκε...με το χέρι ακόμα απλωμένο...
Κι έμεινε ο Στρατής μετέωρος..να κοιτά τούτο το κενό...και να δίνει ένα δάκρυ στον αέρα...για το χέρι που  ποτέ δεν έδωσε....για το χαμόγελο που ποτέ δεν χάρισε......
....και συνέχισε σκυφτός...